English French German Spain Italian Dutch Russian Portuguese Japanese Korean Arabic Chinese Simplified

Δευτέρα 17 Οκτωβρίου 2011

ΑΝΑΚΑΛΥΠΤΟΝΤΑΣ ΤΑ ΧΩΡΙΑ ΤΟΥ ΚΙΣΣΑΒΟΥ




Χτισμένη στη μέση σχεδόν του θεσσαλικού κάμπου, η πόλη της Λάρισας δεν προϊδεάζει τον επισκέπτη για την πλούσια μορφολογία που την περιβάλλει. Σηκώνοντας όμως το βλέμμα βορειοανατολικά, αμέσως τραβάει την προσοχή ένα βουνό με απόλυτα κωνική κορυφή· σαν παιδική ζωγραφιά! Είναι ο Κίσσαβος (παλαιοσλαβική λέξη, που σημαίνει «ο τόπος της βροχής») ή Οσσα. Ο ορεινός όγκος που δεσπόζει νότια του Ολύμπου -και χωρίζεται από αυτόν με το βαθύ ρήγμα της κοιλάδας των Τεμπών- και βόρεια του Πηλίου, με το οποίο τον χωρίζει το όρος Μαυροβούνι. Τούτη η διαδρομή ξεκινά από τη Λάρισα με κατεύθυνση προς Βόλο μέσω της παλαιάς οδού. Η Αγιά, σε απόσταση περίπου 20 λεπτών από την πόλη, είναι χτισμένη αμφιθεατρικά, εποπτεύοντας ολόκληρο το εύφορο λεκανοπέδιο που απλώνεται μπροστά της. Η κεντρική πλατεία σφύζει από ζωή.
Η κωμόπολη άλλωστε αριθμεί περί τις τρεις χιλιάδες κατοίκους. Εδώ κοντά δεσπόζει και η εκκλησία του Αγίου Αντωνίου, του γιατρού των ψυχών, όπως λένε στο χωριό. Σύμφωνα με τις διηγήσεις, οι άρρωστοι (σ.σ. ψυχικά ασθενείς) δένονταν με αλυσίδες έξω από την εκκλησία και τα βράδια δέχονταν την επίσκεψη του «ιατρού», ο οποίος, φορώντας κουκούλα και κραδαίνοντας ένα βούρδουλα πάνω στα σώματά τους, προσέφερε απλόχερα την «ίαση» των ασθενειών τους.
«Αντε μετά να μη γίνεις καλά», γελάει σήμερα ο Αγιώτης Γιάννης, πίνοντας καφέ στο καλόγουστο καφέ «Ερώτ' εράν». Βρισκόμαστε στον πεζόδρομο που εφάπτεται της κεντρικής πλατείας και ανηφορίζει. Τον αποχαιρετάμε και ανηφορίζουμε. Κατευθυνόμαστε στην Ανω Πόλη. Εδώ δεσπόζουν ακόμη και σήμερα διώροφα αρχοντικά με προσεγμένες αυλές, χτισμένα από τους ξακουστούς Ηπειρώτες μάστορες· σημάδια της ακμής που γνωρίζει το χωριό το 18ο αιώνα με το εμπόριο του μεταξιού και του βαμβακιού, για να ανακοπεί στη συνέχεια εξαιτίας των Ναπολεόντειων Πολέμων και της γρήγορης εκβιομηχάνισης της αγγλικής οικονομίας...

Οι Αγιώτες όμως δεν το βάζουν κάτω. Στις αρχές του 19ου αιώνα στρέφονται στη σηροτροφία, τη βυρσοδεψία και τη σαπωνοποιία. Σήμερα, πάλι, η τοπική οικονομία στηρίζεται στην καλλιέργεια μήλων και σε μικρότερο βαθμό κερασιών.
Πριν πάρουμε το δρόμο για Μεταξοχώρι, κάνουμε μια στάση στο γυμνάσιο Αγιάς, όπου στεγάζεται το Κέντρο Περιβαλλοντικής Εκπαίδευσης Κισσάβου-Μαυροβουνίου. Εδώ, οι φιλόξενοι υπεύθυνοι του Κέντρου μάς προμηθεύουν με ένα πολύ σημαντικό εργαλείο για όλους όσοι επιθυμούν μια ολοκληρωμένη περιήγηση στις ομορφιές της περιοχής· έναν οδηγό με πάνω από δέκα ορειβατικά μονοπάτια, όλα τους εύκολα προσβάσιμα, καλοδιατηρημένα και με φαρδύ καλντερίμι. Πρόκειται άλλωστε για τους παλιούς δρόμους, μέσω των οποίων διεξάγονταν στο παρελθόν η επικοινωνία και το εμπόριο μεταξύ χωριών και πόλεων. Η απόσταση μεταξύ Αγιάς και Μεταξοχωρίου είναι θεωρητικά 1,5 χιλιόμετρο.
Στην πραγματικότητα, τα πρώτα σπίτια του Μεταξοχωρίου μοιάζουν να αποτελούν προέκταση της Αγιάς. Ηδη πριν από την επίσκεψή μας γνωρίζουμε ότι το χωριό αυτό έχουν επιλέξει κατά καιρούς ως τόπο μόνιμης κατοικίας ή και αναψυχής διάφοροι σημαντικοί καλλιτέχνες, ανάμεσά τους ο Μποστ, η Αλίκη Γεωργούλη, η Αννα Βαγενά, η Ρένα Αγγουρίδου, ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου κ.ά. Αλλά και ότι το ίδιο το χωριό έχει σημαντική παραγωγή λόγιων και καλλιτεχνών, όπως ο Θεόδωρος Χατζημιχάλης, ο συγγραφέας Γιάννης Βατζιάς και ο αδερφός του, ζωγράφος, Μάριος. Το ερώτημα «τι είναι αυτό που έλκει και ανατροφοδοτεί την έμπνευση των ανθρώπων της τέχνης» μας απασχολεί μόλις λίγα λεπτά, όσα χρειάζονται για να προσεγγίσουμε το εσωτερικό του χωριού. Μετά, όλα λύνονται. Το Μεταξοχώρι είναι πανέμορφο.
Περνώντας από το μισογκρεμισμένο αρχοντικό του Ελβετού Ευγένιου Φαβρ, όπου μέχρι τις αρχές του 19ου αιώνα κατοικούσε με τη Γαλλίδα σύζυγό του και χορεύτρια Στεφανία («Μαντάμω» για τους ντόπιους), το βλέμμα παραμένει και το μυαλό ταξιδεύει σε εκείνη την εποχή που το αρχοντικό απέπνεε στο χωριό έναν ευρωπαϊκό αέρα, γεμάτο με πανάκριβα έπιπλα και περίτεχνες τοιχογραφίες. Συνεχίζοντας το στενό δρόμο, έπειτα από μια αριστερή στροφή αποκαλύπτεται και η πλατεία. Είναι χτισμένη ανάμεσα σε πεύκα και αιωνόβια πλατάνια, που φύονται στις όχθες του παρακείμενου χειμάρρου. Ο τελευταίος χωρίζει το χωριό στα δύο και δικαιολογεί την παλιά σλαβική ονομασία του, Ρέτσιανη, δηλαδή «χωριό πλάι στο ποτάμι».
Τα παλιότερα χρόνια -κατά τους χειμερινούς μήνες- σημειώνονταν και πλημμύρες· σήμερα όμως το νερό είναι αισθητά λιγότερο. Οι τακτικοί θαμώνες του καφενείου της πλατείας, μαθημένοι μάλλον από τους ολοένα και αυξανόμενους περαστικούς ταξιδιώτες, δημιουργούν από την πρώτη στιγμή μιαν αίσθηση οικειότητας. Ακολουθεί η χαλάρωση -ειδικά μετά από ένα τσίπουρο ή μια μπίρα. Αλλά και το ρίσκο - κυρίως κατά τους φθινοπωρινούς μήνες, οπότε και προσγειώνονται εδώ κι εκεί κουκουνάρια από τα πεύκα! Προσοχή! Ο Δημήτρης Γεωργοβίτσας είναι κληρονόμος ενός διώροφου διατηρητέου αρχοντικού, στο ισόγειο και το υπόγειο του οποίου στεγαζόταν και λειτουργούσε από το 1850 έως το 1983 η οικογενειακή επιχείρηση κηροπλαστικής. Σήμερα, το κτίριο έχει αναπαλαιωθεί και το παλαιό κηροπλαστείο είναι ανοιχτό στο κοινό, ενώ το περασμένο Πάσχα λειτούργησε για λίγο, φτιάχνοντας και προσφέροντας λαμπάδες στη γειτονιά.
Επιστροφή στο καφενείο. Κάπου ανάμεσα στα τσίπουρα και στη συζήτηση, τραβάει την προσοχή μια αφίσα για έκθεση πολιτικής γελοιογραφίας του Μποστ. Το χωριό χρωστάει πολλά στον «δικό του Μποστ», όπως είναι και ο τίτλος της έκθεσης που έγινε στο πλαίσιο της γιορτής κερασιού, που διοργανώνεται από το 1980 και κάθε Ιούνιο στο Μεταξοχώρι. Τόπος διεξαγωγής της, το παλιό παρθεναγωγείο, όπου και στεγάζεται το πολιτιστικό κέντρο με μουσείο λαϊκής τέχνης, βιβλιοθήκη, εκθεσιακό χώρο και αίθουσα διαλέξεων, σπεύδει να μας ενημερώσει ο Γιάννης, πρόεδρος ο ίδιος του πολιτιστικού κέντρου. Η συζήτηση φουντώνει. «Εδώ κρύψαμε πολλούς Εβραίους της Λάρισας από τους Γερμανούς και είχαμε και πολλούς αντάρτες», ακούγεται από το διπλανό τραπέζι ενώ έχουμε ήδη πληροφορηθεί για το τοπικό παράρτημα Αγιάς των Γενικών Αρχείων του Κράτους, που βρίσκεται στο Μεταξοχώρι.
Και το επισκεπτόμαστε. Εδώ συγκεντρώνονται από δημοτικά και διοικητικά αρχεία μέχρι εφημερίδες και οπτικό υλικό τοπικού, θεσσαλικού, αλλά και πανελλαδικού ενδιαφέροντος. Τα αρχεία είναι ανοικτά προς το κοινό και προσφέρουν σημαντικές πληροφορίες για την τοπική ιστορία, ενώ μπορεί να βρει κανείς ώς και τις προσωπικές συλλογές των λογίων της περιοχής από το 1876 και έπειτα. Μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζει, επίσης, η πλούσια βιβλιοθήκη, ενώ κατά καιρούς οργανώνονται περιοδικές εκθέσεις αρχειακού και φωτογραφικού υλικού. Αποχαιρετούμε το Μεταξοχώρι, περνώντας τον εντυπωσιακό, σχισμένο στα δύο, βράχο, από τα σπλάχνα του οποίου ξεπετάγεται ένα πανύψηλο δέντρο (γκαβτζιά το λένε οι ντόπιοι) στη θέση Κεραμίδι, και συνεχίζουμε δεξιά στο σταυροδρόμι, που συναντάμε έξω πια και από την Αγιά. Υστερα από περίπου 9 χιλιόμετρα διαδρομής ανάμεσα στην πλούσια πλέον -σε καστανιές, καρυδιές και πλατάνια- βλάστηση του Κισσάβου, μας αποκαλύπτεται ένα φυσικό, τεράστιο μπαλκόνι με θέα το Αιγαίο.
Πρόκειται για τη Μελιβοία, ή Αθανάτη όπως είναι το παλιό όνομα που της έδωσαν οι λιγοστοί κάτοικοι που επέζησαν από μια θανατηφόρα επιδημία (αφενός για να ξορκίσουν το κακό και αφετέρου επειδή πίστευαν πως πλέον είναι αθάνατοι). Ενα χωριό 2.500 κατοίκων το χειμώνα, που το καλοκαίρι ξεπερνούν τις 7.000, με τις παραλίες Αγιόκαμπου, Βελίκας και Σωτηρίτσας να απέχουν μόλις μερικά λεπτά. Τα καφενεία της κεντρικής πλατείας προσφέρουν μοναδική θέα στο Αιγαίο Πέλαγος. Μπροστά ακριβώς ο όρμος της Μελιβοίας, εκεί όπου ο Ηρόδοτος αναφέρει ότι ξεβράστηκαν αρκετά πλοία του Ξέρξη μετά το ναυάγιο που υπέστη. Απέναντι, αν η ατμόσφαιρα είναι καθαρή, διακρίνεται η Χαλκιδική, ενώ νοτιοανατολικά, πίσω από το Μαυροβούνι, το περίγραμμα του Πηλίου εισβάλλει στη θάλασσα για να δημιουργήσει τον Παγασητικό. Από εδώ ξεκινάει και ένα από τα ομορφότερα μονοπάτια του Κισσάβου, το οποίο καταλήγει στο επίνειο της Μελιβοίας, τη Βελίκα. Διαδρομή 8 χιλιομέτρων μέσα σε ένα δάσος κατάφυτο από πλατάνια, καστανιές και φτέρες, με το ρέμα της Βελίκας να κατηφορίζει μαζί μας προς τη θάλασσα.

Μικροί καταρράκτες, βρύσες, γραφικά ξύλινα γεφυράκια και λιμνούλες ολοκληρώνουν το όμορφο τοπίο ενός απόλυτα βατού μονοπατιού. Αλλος ένας αποχαιρετισμός προς τη Μελιβοία τούτη τη φορά, για να ακολουθήσει η κάθοδος στα ερημικά πια παράλια του νομού Λάρισας και η άνοδος ξανά προς τις υπώρειες του Μαυροβουνίου. Η τοποθεσία του τελευταίου, ανάμεσα στον Κίσσαβο και το Πήλιο, το καθιστά αυτομάτως λιγότερο γνωστό, ωστόσο όχι λιγότερο σημαντικό από άποψη φυσικής ομορφιάς και πλούτου, καθώς και αυτό όπως και ο Κίσσαβος προστατεύονται από το ευρωπαϊκό πρόγραμμα Natura 2000. Μετά τον Αγιόκαμπο, λοιπόν, ανηφορίζουμε στο Μαυροβούνι, περνώντας από το Πολυδένδρι με το πλούσιο δάσος του (πάλαι ποτέ βασιλικό κτήμα) και το λιθόκτιστο γεφύρι του Ρακοπόταμου, κάτω από το οποίο περνάει το ομώνυμο ποτάμι που εκβάλλει στο Αιγαίο και κατευθυνόμαστε προς το Σκλήθρο, στα 435 μέτρα ύψος. Οσο ανεβαίνουμε, η βλάστηση μεταβάλλεται σταδιακά.
Από τις κουτσουπιές, τις κουμαριές και τα σπάρτα, περνάμε στα πλατάνια, τα οποία ντυμένα με κισσούς δημιουργούν φυσικά πανύψηλα «τείχη», τις οξιές, τις καστανιές και τις βελανιδιές.
Το χωριό εξαιτίας των πειρατικών επιθέσεων του παρελθόντος είναι χτισμένο σε σημείο που να μην είναι ορατό, παρά μόνον όταν φτάσεις εκεί. Οπως και πολλά ακόμη χωριά, έτσι και το Σκλήθρο δεν κατάφερε να αποφύγει τις συνέπειες της αστυφιλίας και της ερήμωσης της υπαίθρου. Οι κάτοικοι, το χειμώνα, μετά βίας φτάνουν τους 100, και απασχολούνται κυρίως με την ξυλεία, τη γεωργία και την κτηνοτροφία. Το καλοκαίρι, ο πληθυσμός δεκαπλασιάζεται, αφού, αν και ορεινό, το Σκλήθρο διαθέτει σε κοντινή απόσταση την πανέμορφη παραλία του Μύλου της Γλυμένης, όπου βρίσκονται και τα ερείπια του παλιού ενετικού μεταλλείου.
Παρά τα παράπονα των ντόπιων για την εγκατάλειψή τους από την Τοπική Αυτοδιοίκηση, δεν μένουν με σταυρωμένα χέρια· ο δραστήριος Πολιτιστικός Σύλλογος Σκληθριωτών διοργανώνει κάθε χρόνο πλήθος πολιτιστικών εκδηλώσεων με πιο γνωστή την πρόσφατα θεσπισμένη γιορτή μανιταριών, ενώ κατά τους καλοκαιρινούς μήνες λειτουργούν στο χωριό λαογραφικό μουσείο και βιβλιοθήκη. Τα λιθόστρωτα μονοπάτια και οι γεμάτες λουλούδια αυλές, σε συνδυασμό με την απέραντη θέα στη θάλασσα, κάνουν τη βόλτα εδώ διαδικασία απολαυστική. Τον τελευταίο ελληνικό καφέ πριν από την επιστροφή στην πόλη τον πίνουμε στο παραδοσιακό καφενείο της πλατείας, σε κρασοπότηρο, ακούγοντας αναλύσεις περί της πρέφας και άλλων καφενειακών παιγνίων, ρεμβάζοντας, με το φεγγάρι να ξεπροβάλλει από τον πολύ κοντινό πλέον ορεινό όγκο του Πηλίου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου